Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ Εκτύπωση
Συντάχθηκε απο τον/την 'Αννα Ειρήνη   
Τετάρτη, 22 Μάιος 2019 13:38

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Στην τελική ευθεία για τις εκλογές που θα πραγµατοποιηθούν στις 23-26 Μαΐου η αποχή αναµένεται να φθάσει στο 50%, γεγονός που εξηγείται -εν πολλοίς- από το ότι η Ευρωβουλή παραµένει περίπλοκη για τους πολίτες. Από την πλήρη σύστασή της στη Ρώµη,

στις πρώτες κάλπες του 1979, το Μάαστριχτ και τη Συνθήκη της Λισαβόνας, οι αρµοδιότητές της έχουν ενισχυθεί, αφού αποφασίζει για το 85% των πολιτικών της Ε.Ε.

Τα 28 κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ετοιµάζονται για τις ένατες ευρωεκλογές. Θα πρόκειται για τις σηµαντικότερες από τότε που τα µέλη του Ευρωπαϊκ Η απαρχή  ού Κοινοβουλίου επιλέγονται µε καθολική ψηφοφορία. Από τη µια το Ευρωκοινοβούλιο ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσες αρµοδιότητες στο πλαίσιο της ΕΕ, από την άλλη το εγχείρηµα της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν βρέθηκε ποτέ σε τόσο κρίσιµη φάση. Οµως, παρά τα δύο αυτά δεδοµένα, η συµµετοχή των Ευρωπαίων πολιτών στις κάλπες αναµένεται περιορισµένη.

Και το παράδοξο είναι πως το ποσοστό αποχής στην ΕΕ αυξάνει όσο αυξάνουν οι εξουσίες του Ευρωκοινοβουλίου, το οποίο από ένα περιορισµένων δυνατοτήτων παρέµβασης όργανο το 1979 έχει φθάσει να είναι σχεδόν ισάξιο νοµοθετικά και πολιτικά µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συµβούλιο των Υπουργών.

Το 1979, κατά τη διάρκεια των πρώτων ευρωεκλογών, η αποχή έφθασε το 38%. Στη συνέχεια, το ποσοστό όσων δεν ψήφιζαν αυξανόταν κάθε πενταετία, για να φθάσει στο ύψος-ρεκόρ του 57,4% το 2014. Στις ευρωεκλογές του 2019 αναµένεται, κατά µέσο όρο, ένας στους δύο Ευρωπαίους να µην προσέλθει στις κάλπες. Οι σχετικοί αριθµοί λαµβάνουν ακόµη εντυπωσιακότερες διαστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ και τα ιδρυτικά µέλη της ΕΕ δεν αποφεύγουν τα µεγάλα ποσοστά αποχής. Και µία από τις εξηγήσεις που δίνονται είναι ότι το Ευρωκοινοβούλιο παραµένει -σε µεγάλο βαθµό- άγνωστο και περίπλοκο στους πολίτες, αν και αντικειµενικά είναι το όργανο της Ε.Ε. που βρίσκεται πιο κοντά τους.

Η απαρχή

H 67χρονη ιστορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ξεκινά το 1952 ως Κοινή Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Ωστόσο, στη ∆ιακήρυξη Σουµάν/Μονέ στις 9 Μαΐου 1950, µε την οποία δηµιουργήθηκε η πρώτη Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δεν διατυπωνόταν η δηµιουργία ενός διευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού σώµατος. Αυτό έγινε έναν χρόνο µετά, στη Συνθήκη των Παρισίων.

Η πλήρης σύσταση, όµως, µιας τέτοιας συνέλευσης προβλέφθηκε στη Συνθήκη της Ρώµης (1957), που ίδρυσε την ΕΟΚ και τη ΕURATOM, µετατρέποντας την Κοινή Συνέλευση της ΕΚΑΧ σε Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση. Η εν λόγω συνέλευση από το 1962 έχει µετονοµαστεί σε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ωστόσο, η πρώτη άµεση εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πραγµατοποιήθηκε µόλις το 1979. Από το 1952 έως το 1974 οι βουλευτές που µετείχαν στις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν αντιπροσωπείες διορισµένες από τα κοινοβούλια των κρατών-µελών, και όχι άµεσα εκλεγµένοι ευρωβουλευτές, παρά το γεγονός ότι άµεση εκλογή προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Ρώµης. Προκειµένου, όµως, να εφαρµοστεί η πρόβλεψη απαιτούνταν πράξεις των κυβερνήσεων. Ωστόσο, επιφυλακτικές στην ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου µέσα από καθολικές ψηφοφορίες στις χώρες-µέλη, οι κυβερνήσεις καθυστέρησαν την απόφαση για διενέργεια εκλογών σχεδόν 20 χρόνια (!), για τη λάβουν µόλις το 1976, για εκλογές που διεξήχθησαν το 1979. Εκτοτε έχουν πραγµατοποιηθεί άλλες επτά ευρωπαϊκές εκλογικές αναµετρήσεις (1984, 1989, 1994, 1999, 2004, 2009, 2014).

Επίσης, όταν ιδρύθηκε η ΕΚΑΧ, τα θεσµικά της όργανα είχαν ως έδρα το Λουξεµβούργο. Το Συµβούλιο της Ευρώπης (το οποίο δηµιουργήθηκε επίσης αµέσως µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο) έδρευε ήδη στο Στρασβούργο και έθεσε το Ηµικύκλιό του στη διάθεση της Κοινής Συνέλευσης της ΕΚΑΧ για τις συνεδριάσεις της. Το Στρασβούργο έγινε σταδιακά ο βασικός τόπος διεξαγωγής των συνόδων της Ολοµέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Μετά την ίδρυση της ΕΟΚ, το µεγαλύτερο µέρος των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συµβουλίου Υπουργών άρχισε να συγκεντρώνεται στις Βρυξέλλες. ∆εδοµένου ότι το έργο του Κοινοβουλίου αλληλεπιδρά µε αυτά τα θεσµικά όργανα, µε την πάροδο του χρόνου οι βουλευτές αποφάσισαν να οργανώνουν µεγαλύτερο µέρος των εργασιών τους στις Βρυξέλλες.

Στις αρχές του ’90 η υφιστάµενη κατάσταση είχε ήδη διαµορφωθεί, µε αποτέλεσµα οι κοινοβουλευτικές επιτροπές και οι πολιτικές οµάδες του ΕΚ να συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες και οι βασικές σύνοδοι της Ολοµέλειας να πραγµατοποιούνται στο Στρασβούργο. Από την άλλη, οι διοικητικές υπηρεσίες του Ευρωκοινοβουλίου έχουν έδρα το Λουξεµβούργο. Η ύπαρξη τριών εδρών υπηρετεί τη λογική της γεωγραφικής διαµοίρασης των κοινοτικών οργάνων, αλλά προκαλεί και έντονη κριτική για τις λειτουργικές δυσκολίες και το οικονοµικό κόστος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Η παράλληλη εξέλιξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης δηµιούργησαν ένα πολυεθνικό κοινοβουλευτικό µόρφωµα παγκοσµίως πρωτότυπο. Οι 751 ευρωβουλευτές εκλέγονται µεν στις 28 χώρες-µέλη, αλλά εκπροσωπούν τα συµφέροντα των πολιτών της ΕΕ σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επίσης, στο απερχόµενο Ευρωκοινοβούλιο οι ευρωβουλευτές προέρχονταν από περίπου 190 (!) εθνικά πολιτικά κόµµατα, που εν συνεχεία συνασπίστηκαν σε οκτώ υπερεθνικές πολιτικές οµάδες.

Ολες οι συνθήκες που ακολούθησαν την πρώτη για την ΕΚΑΧ αύξησαν τις εξουσίες και τους ρόλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. H Συνθήκη της Ρώµης εισήγαγε το Ευρωκοινοβούλιο στη νοµοθετική διαδικασία, αλλά µε συµβουλευτικό ρόλο. Με τη Συνθήκη των Βρυξελλών (1975), το Κοινοβούλιο απέκτησε το δικαίωµα να ελέγχει τους λογαριασµούς της ΕΕ στο τέλος κάθε έτους και να αξιολογεί κατά πόσο η Επιτροπή εκτέλεσε ορθά τον κοινοτικό προϋπολογισµό.

Συνεχής ενδυνάμωση

Με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986) θεσµοποιήθηκε η Σύµφωνη Γνώµη του Ευρωκοινοβουλίου προκειµένου µια νέα χώρα να γίνει δεκτή στην Κοινότητα. Οι Συνθήκες του Μάαστριχτ (1993) και του Αµστερνταµ (1997) παραχώρησαν στο Ηµικύκλιο το δικαίωµα Συναπόφασης (δηλαδή συν-νοµοθεσίας) µε το Συµβούλιο σε πλειάδα θεµάτων.

Η τελευταία Συνθήκη της Λισαβόνας, (2009) ενίσχυσε τις εξουσίες του Κοινοβουλίου ως πλήρως αναγνωρισµένου συν-νοµοθέτη δίπλα στο Συµβούλιο (αντικαθιστώντας τη Συναπόφαση µε τη Συνήθη Νοµοθετική ∆ιαδικασία). Ετσι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει πλέον περίπου το 85% των πολιτικών της ΕΕ.

Σε αυτές περιλαµβάνονται τα περισσότερα ζητήµατα καθηµερινότητας, αλλά εξακολουθούν να εξαιρούνται κρίσιµοι τοµείς όπως η ΟΝΕ, τα δηµοσιονοµικά των κρατών-µελών, καθώς και η συνεργασία των εταίρων σε θέµατα Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Επιπλέον, µε βάση τη Λισσαβόνα, στο θέµα της επιλογής προέδρου της Κοµισιόν οι κυβερνήσεις των χωρών-µελών πρέπει να λάβουν υπόψη τα αποτελέσµατα των ευρωεκλογών και τα πρόσωπα που έχουν τεθεί επικεφαλής των ευρωπαϊκών κοµµάτων. Θεωρητικά µπορούν πάντα να καταλήξουν σε άλλη επιλογή, η οποία, όµως, πρέπει να εγκριθεί στο τέλος από το Ευρωκοινοβούλιο.

Δικαιώματα των πολιτών

Εκτός από τη γενικότερη εκπροσώπηση τους µέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι Ευρωπαίοι πολίτες µπορούν να ασκήσουν µέσω του σώµατος ορισµένα επιπλέον δικαιώµατα. Ενα από αυτά είναι το ∆ικαίωµα Αναφοράς» στο Ευρωκοινοβούλιο. Η αναφορά µπορεί να αποτελεί ατοµικό αίτηµα, παράπονο ή παρατήρηση όσον αφορά την εφαρµογή της νοµοθεσίας της ΕΕ ή έκκληση προς το Ευρωκοινοβούλιο για την υιοθέτηση συγκεκριµένης θέσης για συγκεκριµένο ζήτηµα. Τέτοιες αναφορές προσφέρουν στο Ευρωκοινοβούλιο τη δυνατότητα να εφιστά την προσοχή σε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωµάτων των ευρωπαίων πολιτών από κράτη µέλη, τοπικές αρχές ή άλλα όργανα.

Ακόµη, το Κοινοβούλιο είναι ο θεµατοφύλακας του νεοσύστατου δικαιώµατος της Πρωτοβουλίας Πολιτών, το οποίο επιτρέπει στους Ευρωπαίους να ζητούν νέες προτάσεις πολιτικής για ένα θέµα, υπό την προϋπόθεση ότι ένα εκατοµµύριο πολίτες έχουν υπογράψει σχετική αίτηση, καλύπτοντας ένα ελάχιστο όριο σε τουλάχιστον επτά χώρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Επιπλέον, το Ευρωκοινοβούλιο είναι αυτό που εκλέγει και ελέγχει τον Ευρωπαίο ∆ιαµεσολαβητή, ένα είδος Ευρωπαίου Συνηγόρου του Πολίτη, από το 1995, οπότε δηµιουργήθηκε ο θεσµός.

Αναλογικότητα υπέρ των µικρών

Ένα στοιχείο που πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτό, ιδιαίτερα από τους πολίτες των ασθενέστερων πληθυσµιακά χωρών της ΕΕ, είναι η αναλογία µε την οποία εκλέγονται τα µέλη του Ευρωκοινοβουλίου, η οποία ευνοεί τα µικρότερα κράτη. Με τις διαρκείς διευρύνσεις, ο αριθµός των ευρωβουλευτών στο σύνολο του Ευρωκοινοβουλίου ανά χώρα δεν έµενε σταθερός. Ετσι, από 410 ευρωβουλευτές που είχε το πρώτο Ευρωκοινοβούλιο που εκλέχθηκε άµεσα το 1979, φθάσαµε στους 751 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του οποίου λήγει η θητεία. Εφόσον γινόταν η αποχώρηση της Βρετανίας, ο αριθµός των ευρωβουλευτών θα µειωνόταν σε 705. Αυτό προς το παρόν δεν συνέβη, αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση ο αριθµός των ευρωβουλευτών θα µείνει πλέον σταθερός, ανεξάρτητα από τυχόν εντάξεις επιπλέον κρατών. Σε περίπτωση διευρύνσεων, οι ευρωβουλευτές των νέων εταίρων θα καταλαµβάνουν έδρες από τους νυν, ο αριθµός των οποίων θα ανακατανέµεται ώστε το Ευρωκοινοβούλιο να µη µετατραπεί σε µια υπερµεγέθη και δύσκολα διαχειρίσιµη µεγασυνέλευση.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα µας, ξεκίνησε µε 24 ευρωβουλευτές το 1981 – αριθµός που διατήρησε έως το 2004, όταν αυξήθηκαν σε 25. Ηδη, όµως, οι Ελληνες ευρωβουλευτές µειώθηκαν σε 22 το 2009 και σε 21 το 2014. Πάντως, από τα πρώτα χρόνια η κατανοµή των εδρών στα κράτη-µέλη στηρίζεται µόνο εν µέρει στον πληθυσµό τους. Ετσι, οι µικρότερες σε πληθυσµό χώρες εκπροσωπούνται µεν από λιγότερους ευρωβουλευτές, ωστόσο ο αριθµός αυτός είναι µεγαλύτερος από το αν εφαρµοζόταν απολύτως η πληθυσµιακή αναλογία. Εντέλει, το σύστηµα που εφαρµόζεται βασίζεται στην αρχή της λεγόµενης «φθίνουσας αναλογικότητας».

Για παράδειγµα, εάν υπήρχε απόλυτη τήρηση του πληθυσµιακού κριτηρίου, η Κύπρος έπρεπε να έχει µόνο δύο έδρες, το Λουξεµβούργο µία και η Μάλτα… σχεδόν µισή, ενώ όλες έχουν έξι έδρες, όπως έχει συµφωνηθεί για το κατώτατο όριο, στο τελευταίο Ευρωκοινοβούλιο οι έδρες της έφταναν το 2,9%. Η ενίσχυση της αναλογικότητας των µικροµεσαίων χωρών στο Ευρωκοινοβούλιο έχει προβλεφθεί ως σχετική εξισορρόπηση της αναλογίας ψήφων που υπάρχει στο Συµβούλιο των Υπουργών, στις περιπτώσεις λήψης αποφάσεων µε ενισχυµένη πλειοψηφία, και όχι οµοφωνία.

 

Επιμέλεια: Πολυδεύκης Παπαδόπουλος: δηµοσιογράφος - κοινωνιολόγος ευρωπαϊκών θεµάτων.

 

https://www.ethnos.gr/